Γαγγητικός

Γαγγητικός, ή, όν,
A from the Ganges, νάρδος, a fragrant medicinal grass, = Cymbopogon Iwarancusa, Peripl.M.Rubr.63; σινδόνες ibid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαγγητικός — γαγγητικός, ή, όν (Α) [γαγγήτις] αυτός που προέρχεται από τον ποταμό Γάγγη των Ινδιών …   Dictionary of Greek

  • Γαγγητικός — from the Ganges masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γαγγητικόν — Γαγγητικός from the Ganges masc acc sg Γαγγητικός from the Ganges neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γαγγητικαί — Γαγγητικός from the Ganges fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γαγγητικοῦ — Γαγγητικός from the Ganges masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γαγγητική — Γαγγητικός from the Ganges fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γαγγητικῷ — Γαγγητικός from the Ganges masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.